Η Ιταλία (ιταλικά: Italia), επίσημα: Ιταλική Δημοκρατία (Repubblica Italiana) είναι κυρίαρχο κράτος στην Ευρώπη. Αποτελείται από μία χερσόνησο σε σχήμα μπότας και δύο μεγάλα νησιά στη Μεσόγειο θάλασσα: τη Σικελία και τη Σαρδηνία. Βόρεια συνορεύει με την Ελβετία και την Αυστρία, δυτικά με τη Γαλλία και ανατολικά με τη Σλοβενία, ενώ εξκλάβιο της Ιταλίας αποτελεί και η πόλη Καμπιόνε ντ’ Ιτάλια, που βρίσκεται στο έδαφος της Ελβετίας. Οι ανεξάρτητες χώρες του Αγίου Μαρίνου και του Βατικανού βρίσκονται εξ ολοκλήρου μέσα σε ιταλικό έδαφος.
Η ιστορία της Ιταλίας είναι στενά συνδεδεμένη με τον πολιτισμό της περιοχής της Μεσογείου αλλά και της Ευρώπης γενικότερα. Η Ιταλική χερσόνησος κατοικείται ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Γύρω στον 8ο αι. π.Χ. οι Έλληνες ίδρυσαν αποικίες στη νότιο Ιταλία και τη Σικελία, ενώ στην κεντρική, κυρίως, Ιταλία κυριαρχούν οι Ετρούσκοι. Τον 3ο αι. π.Χ. ολόκληρη Ιταλία ενώθηκε από τους Ρωμαίους και μέχρι την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η ιστορία της χερσονήσου ταυτίζεται μ’ αυτήν της Ρώμης. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αφού πέτυχε την κατάκτηση του μεγαλύτερου τμήματος του τότε γνωστού κόσμου, γνωρίζει μια μακρόχρονη περίοδο οικονομικής ανάπτυξης και ειρήνης (Pax Romana
Η ιστορία της Ιταλίας είναι στενά συνδεδεμένη με τον πολιτισμό της περιοχής της Μεσογείου αλλά και της Ευρώπης γενικότερα. Η Ιταλική χερσόνησος κατοικείται ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Γύρω στον 8ο αι. π.Χ. οι Έλληνες ίδρυσαν αποικίες στη νότιο Ιταλία και τη Σικελία, ενώ στην κεντρική, κυρίως, Ιταλία κυριαρχούν οι Ετρούσκοι. Τον 3ο αι. π.Χ. ολόκληρη Ιταλία ενώθηκε από τους Ρωμαίους και μέχρι την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η ιστορία της χερσονήσου ταυτίζεται μ’ αυτήν της Ρώμης. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αφού πέτυχε την κατάκτηση του μεγαλύτερου τμήματος του τότε γνωστού κόσμου, γνωρίζει μια μακρόχρονη περίοδο οικονομικής ανάπτυξης και ειρήνης (Pax Romana) έως τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. Μετά από μια περίοδο συνεχών επιδρομών η βυζαντινή Ιταλία από Ούνους, Γότθους και Βάνδαλους, το 476 μ.Χ., με την απομάκρυνση και του τελευταίου Ρωμαίου αυτοκράτορα Ρωμύλου Αυγουστύλου από τον Οδόακρο, επήλθε η κατάρρευση του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Το 493 ο Οδόακρος ηττήθηκε από τον Θεοδώριχο, που ίδρυσε το οστρογοτθικό βασίλειο στην Ιταλία με πρωτεύουσα τη Ραβένα. Ο πόλεμος μεταξύ των Οστρογότθων και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (535-553) στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού έθεσε τέλος στην κυριαρχία των πρώτων στην Ιταλία και εδραίωσε τη βυζαντινή ηγεμονία με τη δημιουργία του Εξαρχάτου της Ραβένας. Λίγα χρόνια αργότερα όμως οι Λομβαρδοί κατάφεραν να κυριεύσουν το μεγαλύτερο τμήμα της χερσονήσου (568-569). Η ειρήνη που κλείστηκε με τους βυζαντινούς το 603 οδήγησε στο χωρισμό της χώρας σε δύο μέρη: στη βυζαντινή Ιταλία στο νότο και τη λογγοβαρδική στο βορρά. Το 774 ο Κάρολος ο Μέγας έθεσε τέλος στο βασίλειο των Λογγοβάρδων και το 800, με τη στέψη του, γεννιόταν η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Με την κάθοδο στην Ιταλία του Όθωνα Α΄της Σαξονίας και τη στέψη του ως αυτοκράτορα ξεκίνησε μια περίοδος ανταγωνισμού μεταξύ των αυτοκρατόρων και των παπών. Από τον 11ο αιώνα έχουμε τη δημιουργία των ελεύθερων ιταλικών πόλεων, όπως η Βενετία, η Πίζα, η Σιένα, το Αμάλφι, η Γένοβα, οι οποίες γνωρίζουν αξιοσημείωτη πληθυσμιακή έκρηξη και κυριαρχούν με τους στόλους τους στη Μεσόγειο, χωρίς όμως να καταφέρουν να εξαλείψουν την κυριαρχία του Πάπα και της αυτοκρατορίας. Την περίοδο αυτή στο προσκήνιο βρίσκεται η μάχη ανάμεσα στις ομάδες των Γουέλφων (υποστηρικτές του Πάπα) και των Γιβελλίνων (που πρόσκεινται στο Γερμανό αυτοκράτορα).
Από το 14ο αιώνα πολλοί δήμοι μετατράπηκαν σε σινιορίες και πριγκιπάτα. Η άνοδος της αστικής τάξης και η ανάπτυξη του εμπορίου στις ιταλικές πόλεις συνέβαλε στο μετασχηματισμό της μεσαιωνικής κοινωνίας και οδήγησε στην οικονομική ευμάρεια και στην ανάπτυξη των τεχνών, που έφτασε στο απόγειό της κατά την περίοδο της Αναγέννησης. Οι μεγάλες πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις της εποχής όπως η Βενετία, η Φλωρεντία και η έδρα του παπισμού, Ρώμη, ευνοούν την άνθηση και την ανανέωση της λογοτεχνίας, της ζωγραφικής, της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής και των επιστημών, προσανατολιζόμενες προς τα κλασικά πρότυπα της αρχαιότητας. Οι πόλεις αυτές διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στις τέχνες και τα γράμματα και το έργο καλλιτεχνών όπως ο Πετράρχης, ο Βοκάκιος, Ο Τζιότο, ο Μιχαήλ Άγγελος, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, ο Ραφαήλ και ο Τιτσιάνο ακτινοβολεί σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο.
Το τέλος του 15ου αιώνα συνέπεσε με την κρίση των ιταλικών κρατών και την ξένη κυριαρχία στη χερσόνησο. Η ανακάλυψη της Αμερικής το 1492 και η μετατόπιση των εμπορικών δρόμων από τη Μεσόγειο στο Νέο Κόσμο οδήγησε στην περιθωριοποίηση των Ιταλικών δημοκρατιών. Ο βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος Η΄ κατέβηκε στην Ιταλία και κυρίευσε το Βασίλειο της Νάπολης. Το 1559 η συνθήκη του Σατό-Σαμβρέσις επικύρωνε την ισπανική κυριαρχία στην Ιταλία. Η ισπανική ηγεμονία (1559-1713) συνέπεσε με μια περίοδο έντονης παρακμής των τεχνών και των γραμμάτων και μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης. Στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα εκδηλώθηκε στην Ιταλία ένας μεγάλος ενθουσιασμός για τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις και άρχισαν να ξεχωρίζουν οι έννοιες του έθνους και της ανεξαρτησίας, καθώς και ελπίδες για την ενότητα του ιταλικού έθνους. Με την αποκατάσταση του «αρχαίου καθεστώτος» και την επιστροφή των παλιών απολυταρχικών ηγεμόνων γεννήθηκαν οι μυστικές εταιρείες και τα πρώτα κίνητρα για ανεξαρτησία.
Το ενωμένο Ιταλικό κράτος διαμορφώθηκε το 1861, όταν τα ανεξάρτητα κρατίδια της χερσονήσου ενώθηκαν για να σχηματίσουν το Βασίλειο της Ιταλίας. Στην Ιταλική Ένωση συνέβαλαν διανοούμενοι, όπως ο Ματζίνι, ο Τζιομπέρτι, ο Κατανέο, πολιτικοί, όπως ο Καβούρ και αρχηγοί όπως ο Βίκτωρ Εμμανουήλ Β’ και ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι. Πρώτη πρωτεύουσα του ιταλικού κράτους ορίστηκε το Τορίνο, στη συνέχεια η Φλωρεντία (1865) και, μετά τη νίκη εναντίον των υποστηρικτών του παπικού κράτους, το 1870, η Ρώμη.
Τον 20ό αιώνα η χώρα βρήκε ξανά την ισορροπία της με την κυβέρνηση του Τζιολίτι, που υπήρξε ένας από τους πιο ικανούς πολιτικούς της Ιταλίας. Με τον πόλεμο ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την κατάκτηση της Λιβύης και των Δωδεκανήσων ξεκινά μια περίοδος αποικιοκρατικής και επεκτατικής πολιτικής. Η εκλογική νίκη των σοσιαλιστών και των καθολικών, το 1913, οδήγησε στην παραίτηση του Τζιολίτι, τον οποίο διαδέχτηκε ο Σαλάντρα (1914). Μετά από μια διακήρυξη ουδετερότητας (1η Αυγούστου 1914), κάτω από τις πιέσεις των επεμβατικών ρευμάτων, η κυβέρνηση προσχώρησε στην Τριπλή Συμμαχία (Αγγλία – Γαλλία – Ρωσία) και κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστρία, ελπίζοντας να επιτύχει σημαντικά εδαφικά οφέλη. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε με νίκη το 1918 και στην Ιταλία αποδόθηκαν το Τρεντίνο, η Ίστρια και η Ζάνταρ.
Στη Μεσοπολεμική περίοδο, παρά την εδαφική επέκταση, οι Ιταλοί έμειναν απογοητευμένοι από τη μεταχείριση των Συμμάχων, ενώ στην ηθική κρίση προστέθηκε και η οικονομική. Μετά από μια γενική απεργία και κατάληψη των εργοστασίων, η συνταγματική κρίση οδήγησε σε ένα αυταρχικό και αντιδημοκρατικό καθεστώς, στον φασισμό και την ανακήρυξη του Μπενίτο Μουσολίνι ως πρωθυπουργού. Τα λάθη των αντιφασιστικών κομμάτων επέτρεψαν στον Μουσολίνι να εγκαθιδρύσει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς (1925).
Η Ιταλία έκανε την είσοδό της στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Ναζιστικής Γερμανίας του Χίτλερ, τον Ιούνιο του 1940, όταν η Γαλλία είχε ήδη ηττηθεί. Μετά τις νίκες των Συμμάχων και την εισβολή τους στη Σικελία (1943), η ιταλική πολιτική οδηγήθηκε σε μεταστροφή. Ο Μουσολίνι συνελήφθη. Στις 13 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία και αναγνωρίστηκε από τους Συμμάχους ως συνεμπόλεμος. Από την πλευρά του ο Μουσολίνι, που ελευθερώθηκε από τους Γερμανούς, ανακήρυξε στο Σαλό την Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία. Η χώρα βρέθηκε χωρισμένη στα δύο: στον νότο, που ήταν στα χέρια των Συμμάχων, κάτω από τη διακυβέρνηση του Βιττόριο Εμμανουέλε Γ΄, και το υπόλοιπο στα χέρια των Γερμανών και των φασιστών. Η απελευθέρωση πραγματοποιήθηκε στις 25 Απριλίου 1945. Ο Μουσολίνι συνελήφθη, δικάστηκε και τελικά εκτελέστηκε στις 28 Απριλίου. Το 1946, ο Βιττόριο Εμμανουέλε παρακινήθηκε να παραιτηθεί για χάρη του Ουμβέρτου Β΄, αλλά το δημοψήφισμα της 2ας Ιουνίου έλυσε οριστικά το ζήτημα υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Από την 1η Ιανουαρίου 1948 τέθηκε σε ισχύ το Σύνταγμα. Με τις εκλογές του 1948, η Χριστιανική Δημοκρατία κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία της Βουλής και σηματοδότησε την περίοδο των κεντρώων κυβερνήσεων.
Υπό τον πρόεδρο Αλτσίντε ντε Γκάσπερι, η χώρα έγινε μέλος του ΟΗΕ το 1955 και εντάχθηκε στην ΕΟΚ. Ωστόσο, κάτω από την προεδρία του Λένε (1971-1978) η χώρα οδηγήθηκε και πάλι σε μια οικονομική και κοινωνική κρίση. Στο διάστημα αυτό η άνοδος της δύναμης των κομμουνιστών (ευρωκομμουνισμός), δημιουργεί την ανάγκη του ιστορικού συμβιβασμού, δηλ. τη συνεργασία με τους καθολικούς. Αυτό ενόχλησε τις ΗΠΑ που προειδοποίησαν έμμεσα για οικονομικές συνέπειες. Ακολουθεί μια ταραχώδης περίοδος τo 1978, χρονιά κατά την οποία οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν και δολοφόνησαν τον πρόεδρο του κόμματος του κέντρου (DC) Άλντο Μόρο. Το 1983 εδραιώθηκε η πρώτη κυβέρνηση σοσιαλιστικής κατεύθυνσης στην ιστορία της Ιταλικής δημοκρατίας. Πρωθυπουργός ορίστηκε ο Μπετίνο Κράξι. Η κυβέρνησή του όμως αναγκάστηκε να παραιτηθεί εξαιτίας των αντιθέσεων ανάμεσα στις κύριες πολιτικές δυνάμεις (DC και PSI). Η ήττα των μεγάλων κομμάτων στις εκλογές του 1992 και η άνοδος της Λέγκας τoυ Βορρά, οδήγησε σε μια αποσταθεροποίηση του παραδοσιακού πολιτικού πλαισίου. Πρόεδρος της δημοκρατίας εκλέχτηκε ο Όσκαρ Λουίτζι Σκάλφαρο. Στις πολιτικές εκλογές του 1994 κέρδισε την πλειοψηφία στη βουλή των αντιπροσώπων το κόμμα της δεξιάς Πόλο, της οποίας ο πρόεδρος Μπερλουσκόνι σχημάτισε μια κυβέρνηση που σε λίγους μήνες όμως έπρεπε να παραιτηθεί εξαιτίας της αποχώρησης από αυτό της Λέγκας του Βορρά. Τον Ιανουάριο του 1995 ο Σκάλφαρο προώθησε το σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνασπισμού με πρωθυπουργό τον Ντίνι. Στις εκλογές του 1996 κέρδισε ο κεντροαριστερός σχηματισμός Ουλίβο και ο Ρομάνο Πρόντι σχημάτισε κυβέρνηση. Η Ιταλία σήμερα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, του ΝΑΤΟ, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του ΟΗΕ (για τη διετία 2007-2008 συμμετέχει ως μη-μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού) και της ομάδας G8 των οκτώ πλουσιοτέρων χωρών.
Η Ιταλία διαιρείται σε 20 περιφέρειες (regioni, ενικός regione). Σε πέντε απ’ αυτές (σημειώνονται με *) ισχύει ένα ειδικό καθεστώς αυτονομίας που τους επιτρέπει να νομοθετούν αυτόνομα για κάποια τοπικά θέματα.
Η Ιταλία αποτελείται κυρίως από μία μεγάλη χερσόνησο σε σχήμα μπότας, που εισχωρεί στην Μεσόγειο, ανάμεσα στην Αδριατική θάλασσα, το Ιόνιο πέλαγος και το Τυρρηνικό πέλαγος. Τα Απέννινα όρη διαμορφώνουν τη ραχοκοκαλιά της χερσονήσου, και φτάνουν ως τα βόρεια όπου ενώνονται με τις Άλπεις. Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη πεδιάδα του ποταμού Πάδου. Έχει επίσης 2 μεγάλα νησιά, τη Σικελία και τη Σαρδηνία.
Το ψηλότερο σημείο είναι το Λευκό Όρος με υψόμετρο 4.810 μέτρα, αλλά για την Ιταλία κυρίως γνωστά είναι τα ηφαίστεια του Βεζούβιου κοντά στη Νάπολη και της Αίτνας στη Σικελία.
Στην Ιταλία υπάρχει η αρχή του κοσμικού κράτους και επομένως δεν υπάρχει επίσημη θρησκεία. Οι Ιταλοί πολίτες είναι κυρίως Καθολικοί Χριστιανοί: το 2006, το 87,8% δήλωσαν Καθολικοί και το 30,6% πιστοί. Το ποσοστό μειώθηκε, λόγω της αυξανόμενης διαδικασίας της εκκοσμίκευσης, στο 24,4%, σύμφωνα με το Eurispes 2010, σε σύγκριση με το 18,5% του πληθυσμού αγνωστικιστών ή μη πιστών. Η Καθολική Εκκλησία στην Ιταλία οργανώνεται σε 225 μητροπόλεις και ένα στρατιωτικό γραφείο. Ο επίσκοπος της Ρώμης είναι αρχιεπίσκοπος και παίρνει τον τίτλο του Πάπα. Η Εκκλησία ασκεί σημαντικό ρόλο στην ιταλική κοινωνία λαμβάνοντας θέση σε θρησκευτικά, κοινωνικά και πολιτικά θέματα, όπως το διαζύγιο και η άμβλωση κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, και τα τελευταία χρόνια, τη Διαθήκη εν ζωή, την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, την απομάκρυνση του Εσταυρωμένου από τις αίθουσες διδασκαλίας στα ιταλικά σχολεία (απομάκρυνση στην οποία αντιτίθεται περισσότερο από το 60% των Ιταλών, με μόνο το 17% υπέρ) ή την πολιτική μετανάστευση.
Η σχέση της Εκκλησίας με το κράτος ορίζεται από το Σύνταγμα, το οποίο συντάχθηκε κατά τη Συνθήκη του Λατερανού, και αναθεωρήθηκε το 1984 με το νέο κονκορδάτο σύμφωνα με το οποίο το κράτος στηρίζει την Εκκλησία μέσω της χορήγησης ενός αναλογικού μεριδίου των οκτώ τοις χιλίοις των εσόδων από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, το οποίο προστίθεται στις άλλες χρηματοδοτήσεις που δέχεται η Καθολική Εκκλησία στην Ιταλία. Σχέσεις με τα άλλα θρησκευτικά δόγματα καθορίζονται από ειδικό καθεστώς. Μεταξύ των μειονοτικών θρησκειών βρίσκονται διάφορες άλλες χριστιανικές ομολογίες (συγκεκριμένα Ορθόδοξοι και Προτεστάντες και τέλος ως επί το πλείστον Πεντηκοστιανοί ) καθώς και Εβραίοι, Μορμόνοι και Μάρτυρες του Ιεχωβά. Η μετανάστευση συμβάλλει σημαντικά σε μερικές από τις θρησκευτικές μειονότητες της χώρας, εκ των οποίων υπερισχύουν αριθμητικά οι ορθόδοξοι χριστιανοί, οι μουσουλμάνοι, οι βουδιστές και ινδουιστές.
Σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2021, ο πληθυσμός της είναι 59.236.213 κάτοικοι. Η Ιταλία είναι σε μεγάλο βαθμό ομοιογενής γλωσσικά και θρησκευτικά, ενώ παρουσιάζει σημαντικές πολιτιστικές, οικονομικές και πολιτικές ανομοιομορφίες. Υπάρχουν μικρές ομάδες αυτογενών μειονοτήτων.Ο Καθολικισμός είναι η θρησκεία της πλειοψηφίας των κατοίκων (85% των κατοίκων αναπροσδιορίζονται ως καθολικοί). Ωστόσο υπάρχουν κοινότητες Προτεσταντών και Εβραίων ενώ υπάρχει και αυξανόμενος αριθμός μεταναστών Μουσουλμάνων. Επίσης, στην Ιταλία, υπάρχει η μεγαλύτερη κοινότητα Μαρτύρων του Ιεχωβά στην Ευρώπη, με 248.743 μέλη Οι Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών έχουν 25.453 μέλη Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 83,0 χρόνια (80,9 χρόνια οι άνδρες και 84,9 οι γυναίκες).
Η Ιταλία είναι γνωστή για τις τέχνες, τον πολιτισμό και πολλά μνημεία της, όπως ο Πύργος της Πίζας και το Ρωμαϊκό Κολοσσαίο, όπως και για την κουζίνα της (πίτσα, μακαρονάδες, κλπ.), κρασί, τρόπος ζωής, μόδα, σχέδιο, κινηματογράφος, θέατρο, λογοτεχνία, ποίηση, εικαστικές τέχνες, μουσική (κυρίως όπερα)
Η Αναγεννησιακή περίοδος της Ευρώπης ξεκίνησε στην Ιταλία το 14ο και 15ο αιώνα. Λογοτεχνικά αριστουργήματα, όπως η ποίηση του Δάντη, Πετράρχη, Τορκουάτο Τάσσο και Λουδοβίκου Αριόστο και η πεζογραφία του Βοκάκκιου.
Η μουσική επιρροή των Ιταλών συνθετών Παλεστρίνα, Κλάουντιο Μοντεβέρντι, Αρκάντζελο Κορέλλι και Αντόνιο Βιβάλντι αποδείχτηκε τεράστια. Τον 19ο αιώνα, η ιταλική ρομαντική όπερα άνθισε με συνθέτες, όπως οι Τζοακίνο Ροσίνι, Τζουζέπε Βέρντι και Τζάκομο Πουτσίνι.
Οι σύγχρονοι Ιταλοί καλλιτέχνες, συγγραφείς, σκηνοθέτες, αρχιτέκτονες, συνθέτες και σχεδιαστές συνεχίζουν να συνεισφέρουν σημαντικά στο δυτικό πολιτισμό.
Το Ποδόσφαιρο είναι το εθνικό άθλημα των Ιταλών και το πάθος τους για το άθλημα αυτό είναι φανερό. Η Ιταλία έχει κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου τέσσερις φορές: το 1934, 1938, 1982, 2006 και 2020.
Ο αστεροειδής 477 Ιταλία (477 Italia), που ανακαλύφθηκε το 1901, πήρε το όνομά του από την Ιταλία.